Δεν βελτιώθηκε ουσιαστικά η ποιότητα του νερού – Συνεχίζεται η πίεση στις καλλιέργειες και τα εδάφη της Ιεράπετρας
Η υψηλή αγωγιμότητα του νερού στο φράγμα Μπραμιανών εξακολουθεί να προκαλεί έντονο προβληματισμό στον αγροτικό κόσμο της Ιεράπετρας, καθώς επηρεάζει όχι μόνο την τρέχουσα παραγωγή, αλλά και τη μελλοντική γονιμότητα των εδαφών.
Το θέμα ανέλυσε στην εκπομπή «Ιεραπετρίτικη Γη» του Ηχώ 99.8 ο χημικός της Rijk Zwaan, Αντώνης Λεμονάκης, ο οποίος έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιπτώσεις της αυξημένης αλατότητας στις θερμοκηπιακές καλλιέργειες.
Όπως εξήγησε, οι τελευταίες μετρήσεις δείχνουν ότι η αγωγιμότητα του νερού στο φράγμα παραμένει σε υψηλά επίπεδα, γύρω στο 2,5, όταν πριν από έναν μήνα βρισκόταν περίπου στο 2,59. Παρότι καταγράφεται μια μικρή βελτίωση, αυτή δεν είναι αρκετή για να αλλάξει ουσιαστικά την εικόνα. Ο ίδιος σημείωσε ότι θα περίμενε μεγαλύτερη αποκλιμάκωση, δεδομένου ότι το φράγμα έχει δεχθεί νερά από βροχοπτώσεις.
Η ουσία, όπως τόνισε, είναι ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη φετινή χρονιά. Η υψηλή αγωγιμότητα αφήνει πίσω της άλατα, τα οποία στα θερμοκήπια δεν ξεπλένονται εύκολα, αφού εκεί δεν βρέχει φυσικά. Έτσι, τα άλατα παραμένουν στο έδαφος και συσσωρεύονται από χρονιά σε χρονιά, επιβαρύνοντας την υγεία του εδάφους και δυσκολεύοντας την ανάπτυξη των φυτών ακόμη και όταν στο μέλλον βελτιωθεί η ποιότητα του νερού.
Ο κ. Λεμονάκης υπογράμμισε ότι το βασικό πρόβλημα είναι διπλό: ποσοτικό και ποιοτικό. Μπορεί να υπάρχουν κάποιες ποσότητες νερού, όμως όταν η ποιότητά του είναι υποβαθμισμένη, οι επιπτώσεις στις καλλιέργειες είναι άμεσες. Τα φυτά δυσκολεύονται να απορροφήσουν νερό και θρεπτικά στοιχεία, γίνονται πιο ευάλωτα σε ασθένειες, μειώνεται η παραγωγή και υποβαθμίζεται η ποιότητα των καρπών. Ιδιαίτερα επηρεάζονται καλλιέργειες όπως το αγγούρι και η πιπεριά, ενώ σε πολλές περιπτώσεις παρατηρείται μειωμένη ανάπτυξη και εξασθενημένο ριζικό σύστημα.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, το αλατούχο νερό δημιουργεί ανταγωνισμό απέναντι στα βασικά θρεπτικά στοιχεία, όπως το άζωτο, το κάλιο και το ασβέστιο, με αποτέλεσμα αυτά να γίνονται λιγότερο διαθέσιμα στο φυτό. Έτσι, ο παραγωγός καλείται να διαχειριστεί μια πολύ πιο δύσκολη κατάσταση, με περισσότερες παρεμβάσεις, μεγαλύτερο κόστος και αβέβαιο αποτέλεσμα.
Ιδιαίτερη σημασία έδωσε και στη δομή του εδάφους, επισημαίνοντας ότι δεν αντιδρούν όλα τα χωράφια το ίδιο στην υψηλή αγωγιμότητα. Υπάρχουν εδάφη που λόγω σύστασης, όπως η αυξημένη περιεκτικότητα σε άμμο, μπορούν να απομακρύνουν πιο εύκολα τα άλατα με την άρδευση. Σε άλλα όμως χωράφια, η συσσώρευση είναι μεγαλύτερη και τα προβλήματα εντονότερα. Για τον λόγο αυτό κάλεσε τους παραγωγούς να στηριχθούν σε αναλύσεις εδάφους και νερού και να μη δουλεύουν «στα τυφλά».
Στο πλαίσιο αυτό, συνέστησε ως βασικό «τρίπτυχο» για τη νέα καλλιεργητική περίοδο το έδαφος, την αγωγιμότητα και τον πόρο του νερού. Όπως είπε, κάθε παραγωγός θα πρέπει να γνωρίζει ακριβώς τι συμβαίνει στο χωράφι του, ποια είναι η ποιότητα του νερού που χρησιμοποιεί και πώς αντιδρά το έδαφός του, ώστε να προσαρμόσει σωστά τη λίπανση, τις ποσότητες άρδευσης και συνολικά τη διαχείριση της καλλιέργειας.
Ο χημικός της Rijk Zwaan πρότεινε μάλιστα σε όσους παραγωγούς έχουν διαπιστωμένα υψηλές αγωγιμότητες στα χωράφια τους να προχωρήσουν, εφόσον είναι εφικτό, σε διαδικασίες «ξεπλύματος» του εδάφους μετά το τέλος της καλλιέργειας. Εξήγησε ότι με συγκεκριμένες τεχνικές, όπως βαθιά κατεργασία στις γραμμές φύτευσης και τεχνητή βροχή, μπορεί μέρος των αλάτων να οδηγηθεί σε βαθύτερα στρώματα του εδάφους, ώστε η επόμενη χρονιά να ξεκινήσει με καλύτερες προϋποθέσεις.
Παράλληλα, στάθηκε στην ανάγκη ολοκλήρωσης κρίσιμων έργων υποδομής, τονίζοντας πως χωρίς νέες λύσεις στο υδατικό, η περιοχή θα συνεχίσει να πορεύεται με πρόχειρες και επιβαρυντικές επιλογές. Όπως επισήμανε, η ποιότητα του νερού στο φράγμα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα, αφού συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα της θερμοκηπιακής παραγωγής στην Ιεράπετρα.
Το νερό δεν αρκεί να υπάρχει, πρέπει να είναι και ποιοτικά κατάλληλο. Γιατί αλλιώς, ακόμη κι αν σωθεί προσωρινά η παραγωγή, το κόστος θα μεταφερθεί στο έδαφος, στις καλλιέργειες και τελικά στο μέλλον της ίδιας της αγροτικής οικονομίας της περιοχής.
Την εκπομπή Ιεραπετριτίκη Γη στηρίζει η Syngenta
