Κ. Σπυριδάκη: «Δεν μπορείτε να μιλάτε για χρηστή νομοθέτηση όταν κυβερνάτε με πολυνομοσχέδια, καθυστερήσεις και μόνιμη προσωρινότητα»
Η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ άσκησε σκληρή κριτική στην Κυβέρνηση για τα πολυνομοσχέδια, τις καθυστερήσεις στις ευρωπαϊκές οδηγίες, το Υπερταμείο, το ιδιωτικό χρέος και την εργασιακή επισφάλεια.
Στην Ολομέλεια της Βουλής τοποθετήθηκε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, ασκώντας συνολική πολιτική και θεσμική κριτική στον τρόπο νομοθέτησης της Κυβέρνησης, στις καθυστερήσεις ενσωμάτωσης ευρωπαϊκών οδηγιών, στη λειτουργία του Υπερταμείου, αλλά και στην απουσία ουσιαστικών λύσεων για το ιδιωτικό χρέος και τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Ξεκινώντας την τοποθέτησή της, η κα Σπυριδάκη αναφέρθηκε στο Νέο Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό, το οποίο –όπως τόνισε– παρουσιάστηκε από την Κυβέρνηση χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική διαβούλευση και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές ανάγκες των περιοχών και των τοπικών κοινωνιών. Εστιάζοντας ειδικά στο ζήτημα της φέρουσας ικανότητας, ανέδειξε ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια στατική και οριζόντια έννοια, αποκομμένη από τις υποδομές και τις επενδύσεις που διαθέτει κάθε περιοχή. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Ένας χωροταξικός σχεδιασμός που δεν έχει λάβει πουθενά υπόψη του τη διαβούλευση και ορίζει τη φέρουσα ικανότητα σαν να είναι μια έννοια στατική. Σαν να μας λέει, δηλαδή, ότι σε δύο περιοχές που έχουμε ακριβώς τις ίδιες κλίνες ανά τετραγωνικό μέτρο, η φέρουσα ικανότητα είναι η ίδια. Όχι, κύριε Υπουργέ, χρειάζονται επενδύσεις, χρειάζονται υποδομές και χρειάζεται ένας χωροταξικός σχεδιασμός που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».
Περνώντας στο ίδιο το νομοσχέδιο, η Βουλευτής Λασιθίου επέκρινε έντονα τη συνεχιζόμενη πρακτική των πολυνομοσχεδίων, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μια επιλογή που υπονομεύει τόσο την ποιότητα της νομοθέτησης όσο και τον ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο. Όπως υπογράμμισε: «Το υπό συζήτηση νομοσχέδιο αποτελεί ένα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα πρακτικής πολυνομοσχεδίων, όπου κρίσιμες οικονομικές, διοικητικές και κοινωνικές ρυθμίσεις τσουβαλιάζονται μέσα σε ένα ενιαίο κείμενο 121 άρθρων, χωρίς σαφή θεματική συνοχή και χωρίς τον απαιτούμενο χρόνο ουσιαστικής κοινοβουλευτικής επεξεργασίας».
Στο ίδιο πλαίσιο, ανέδειξε ότι μέσα στο ίδιο νομοσχέδιο συνυπάρχουν εντελώς διαφορετικά πεδία πολιτικής, από τη φορολογική συνεργασία και το ιδιωτικό χρέος μέχρι το Υπερταμείο και τις εταιρείες ύδρευσης, κάτι που –όπως τόνισε– αποδυναμώνει τη δυνατότητα ουσιαστικής αξιολόγησης κάθε επιμέρους ρύθμισης. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά: «Δημιουργεί μια αίσθηση μόνιμης και διαρκούς αποσπασματικότητας στη διαχείριση κρίσιμων δημόσιων πολιτικών. Το πρόβλημα δεν είναι διαδικαστικό, είναι βαθιά πολιτικό».
Μάλιστα, συνδέοντας το ζήτημα με τη δημόσια συζήτηση περί συνταγματικής αναθεώρησης και χρηστής διοίκησης, άσκησε έντονη πολιτική κριτική στην Κυβέρνηση: «Είναι μεγάλη ειρωνεία να μας μιλάτε για αναθεώρηση του Συντάγματος και για άρθρα περί συνεπούς και χρηστής διοίκησης και νομοθέτησης και να νομοθετείτε με αυτόν τον τρόπο που νομοθετείτε».
Στη συνέχεια, η κα Σπυριδάκη αναφέρθηκε στο κομμάτι της ενσωμάτωσης των ευρωπαϊκών οδηγιών για τα κρυπτοστοιχεία και τη φορολογική διαφάνεια, αναδεικνύοντας τη συστηματική καθυστέρηση της Κυβέρνησης στην προσαρμογή της χώρας στις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της. Όπως τόνισε: «Η Οδηγία για τα κρυπτοστοιχεία δημοσιεύθηκε το 2023 και η χώρα μας όφειλε να προχωρήσει εγκαίρως στην ενσωμάτωσή της. Τα ίδια, όμως, και εδώ, τα ίδια που βλέπουμε παντού. Η ίδια πρακτική σε κάθε Οδηγία, καθυστερημένη ενσωμάτωση και για την ακρίβεια ενσωμάτωση ή λίγο πριν το πρόστιμο ή λίγο μετά το πρόστιμο».
Και συνέχισε επισημαίνοντας ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο η καθυστέρηση, αλλά και η ουσιαστική αδυναμία προετοιμασίας της διοίκησης για την εφαρμογή των νέων εργαλείων: «Από την ίδια την ανάλυση συνεπειών προκύπτει ότι τα πληροφοριακά συστήματα που απαιτούνται για την ανταλλαγή των σχετικών στοιχείων είτε δεν είναι έτοιμα είτε δεν προβλέπεται να αναπτυχθούν το επόμενο διάστημα».
Αναπτύσσοντας περαιτέρω την κριτική της, περιέγραψε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο κυβερνητικής διαχείρισης: «Πάλι η ίδια τακτική. Πάλι η τακτική που ενώ έρχεται κάτι νέο στη χώρα μας, δεν μπαίνει πλαίσιο, δεν μπαίνουν κανόνες, εξελίσσεται άναρχα, εξελίσσεται τραγικά για την υπόλοιπη οικονομία και έρχεστε μετά να φέρετε ένα πλαίσιο το οποίο προσπαθεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα».
Στο πεδίο της φορολογικής πολιτικής και των κυρώσεων, η κα Σπυριδάκη άσκησε έντονη κριτική στη λογική της συνεχούς επιβολής προστίμων και διοικητικών βαρών, τονίζοντας ότι η Κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη φορολογική συμμόρφωση σχεδόν αποκλειστικά μέσα από την αυστηροποίηση των ποινών. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε: «Μέσα από όλες τις επιμέρους ρυθμίσεις αναδεικνύεται μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η αποτελεσματικότητα του φορολογικού μηχανισμού ταυτίζεται σχεδόν αποκλειστικά με τη διεύρυνση των κυρώσεων και των προστίμων, η γνωστή σε εσάς “προστιμολαγνεία”».
Συνδέοντας το ζήτημα με την πραγματική κατάσταση στην αγορά, ανέδειξε την ασφυκτική πίεση που δέχονται μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες, επισημαίνοντας ότι το νομοσχέδιο δεν δίνει ουσιαστικές λύσεις στο ιδιωτικό χρέος και στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Όπως ανέφερε: «Το βασικό πρόβλημα είναι πώς ο μεγάλος αριθμός πολιτών και επιχειρήσεων που παραμένει εγκλωβισμένος σε ένα καθεστώς διαρκούς οικονομικής πίεσης, χωρίς αποτελεσματικά εργαλεία βιώσιμης ρύθμισης και πραγματικής επανεκκίνησης, θα μπορέσει να είναι βιώσιμος και αύριο».
Μάλιστα, περιγράφοντας με έντονο τρόπο την πραγματικότητα της αγοράς, υπογράμμισε: «Σήμερα, κύριε Υπουργέ, ένας μικρομεσαίος επιχειρηματίας για να μπορέσει να επιβιώσει πρέπει να έχει τη ρευστότητα του χθεσινού μεγάλου και αυτό στην ελληνική πραγματικότητα δεν υπάρχει».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο Υπερταμείο, καταγγέλλοντας ότι η Κυβέρνηση συνεχώς του εκχωρεί αρμοδιότητες χωρίς ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο: «Ένα Υπερταμείο που συνεχώς του παραχωρείτε εξουσίες χωρίς κανέναν έλεγχο».
Και υπενθύμισε ότι το ΠΑΣΟΚ έχει ζητήσει επανειλημμένα την παρουσία του Υπερταμείου στη Βουλή για να δώσει απαντήσεις: «Έχουμε ζητήσει κοινοβουλευτικά να έρθει το Υπερταμείο στη Βουλή, να μας δώσει απαντήσεις».
Στο τελευταίο μέρος της παρέμβασής της, η κα Σπυριδάκη στάθηκε ιδιαίτερα στο ζήτημα της εργασιακής επισφάλειας και της μόνιμης προσωρινότητας που –όπως τόνισε– χαρακτηρίζει πλέον κρίσιμες δημόσιες υπηρεσίες και δομές. Φέρνοντας ως παραδείγματα τους εργαζόμενους της ΕΥΔΑΠ, τους εργασιακούς συμβούλους της ΔΥΠΑ και τους συμβασιούχους ΕΣΠΑ στους ΟΤΑ, κατηγόρησε την Κυβέρνηση ότι αντιμετωπίζει τους εργαζόμενους ως αναλώσιμους: «Ανθρώπους οι οποίοι για σας είναι αναλώσιμοι, τους εγκλωβίζετε σε ένα καθεστώς που δεν έχουν εργασιακά δικαιώματα, σε ένα καθεστώς που δεν ξέρουν τι θα γίνουν αύριο και συνεχώς παρατείνετε συμβάσεις και τους κρατάτε δέσμιους».
Κλείνοντας την ομιλία της, η κα Σπυριδάκη υπογράμμισε ότι δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή δημόσια πολιτική πάνω σε ένα μοντέλο διαρκούς προσωρινότητας και ανακύκλωσης προσωπικού: «Δεν μπορεί να σχεδιάζετε σοβαρή δημόσια πολιτική απασχόλησης πάνω σε ένα καθεστώς διαρκούς προσωρινότητας και συνεχούς ανακύκλωσης προσωπικού».
Και κατέληξε με σαφές πολιτικό μήνυμα: «Το ΠΑΣΟΚ, λοιπόν, σεβόμενο τον πολίτη θα είναι εδώ, θα σας λέει τις προτάσεις του και δεν θα είναι όλα τόσο εύκολα».