Ερωτήματα για διαφάνεια, αποτίμηση και δημόσιο όφελος θέτει η βουλευτής Λασιθίου, μιλώντας για σοβαρές αντιφάσεις και μεταφορά ρίσκου στον φορολογούμενο
Στη 3η συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής τοποθετήθηκε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ και Ειδική Εισηγήτρια, Κατερίνα Σπυριδάκη, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για την κύρωση της σύμβασης παραχώρησης των κρατικών λαχείων, θέτοντας συγκεκριμένα ερωτήματα για τη διαφάνεια της διαδικασίας, την οικονομική αποτίμηση της σύμβασης και το κατά πόσο διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον. Με επίκεντρο το ερώτημα αν το Δημόσιο διαπραγματεύεται με όρους που υπηρετούν πραγματικά το συμφέρον της κοινωνίας, η τοποθέτησή της ανέδειξε σοβαρές αντιφάσεις, κενά τεκμηρίωσης και κρίσιμα ζητήματα λογοδοσίας.
Ξεκινώντας την τοποθέτησή της, η κα Σπυριδάκη αναφέρθηκε στα στοιχεία που προέκυψαν από την ακρόαση των φορέων, επισημαίνοντας σοβαρές αντιφάσεις ως προς την εικόνα της αγοράς: «Ακούσαμε ότι τα έσοδα μειώνονται… και ταυτόχρονα ότι υπάρχουν περιθώρια αύξησης των εσόδων, χωρίς όμως να υπάρχει στρατηγική».
Εξηγώντας τη σημασία αυτής της αντίφασης, υπογράμμισε ότι δεν παρουσιάστηκε κανένα σαφές σχέδιο για το μέλλον του κλάδου, ούτε ποσοτικοποιημένοι στόχοι: «Δεν ακούσαμε ποιο είναι το σχέδιο και ποιο είναι το ποσό-στόχος που θα πετύχουμε».
Αναφερόμενη στη διαδικασία ωρίμανσης της σύμβασης, στάθηκε ιδιαίτερα στην έλλειψη απαντήσεων για τον ρόλο των συμβούλων, από τους οποίους εξαρτάται η αποτίμηση του τιμήματος: «Δεν απαντήθηκαν πολλά ερωτήματα ως προς τη διαδικασία επιλογής συμβούλων… ενώ δεν απαντήθηκε και το κόστος ωρίμανσης της σύμβασης».
Στο ίδιο πλαίσιο, ανέδειξε ένα κρίσιμο οικονομικό δεδομένο που δημιουργεί εύλογες απορίες: «Δεν απαντήθηκε γιατί εν μέσω πανδημίας πωλήθηκαν μετοχές για 20 εκατομμύρια ευρώ».
Και προχώρησε σε μια συνολική αποτίμηση της κατάστασης: «Δεν είμαστε σίγουροι ότι το τίμημα που εισπράττει το Δημόσιο είναι το καλύτερο δυνατό».
Μεταφέροντας τη συζήτηση από το τεχνικό στο πολιτικό επίπεδο, ξεκαθάρισε το βασικό διακύβευμα: «Δεν συζητάμε μια τυπική κύρωση… συζητάμε πώς το κράτος διαχειρίζεται τη δημόσια περιουσία».
Και έθεσε το θεμελιώδες ερώτημα που διαπερνά τη σύμβαση: «Θέλουμε ένα κράτος που διαπραγματεύεται και μεγιστοποιεί το όφελος ή ένα κράτος που αποδέχεται ό,τι του δίνεται;».
Αναφερόμενη στις απαντήσεις του Υπουργού κατά την προηγούμενη συνεδρίαση, σημείωσε την απουσία ουσιαστικής τεκμηρίωσης: «Ακούσαμε γενικότητες… αλλά δεν ακούσαμε γιατί αυτή η σύμβαση είναι καλή για το Δημόσιο».
Στο οικονομικό σκέλος της σύμβασης, ανέδειξε μια κρίσιμη αναντιστοιχία μεταξύ μείωσης αγοράς και μείωσης δημοσίων εσόδων: «Αν η αγορά μειώνεται κατά 30%, πώς το Δημόσιο αποδέχεται να εισπράττει 50% και 60% λιγότερα;».
Και έθεσε ευθέως το ζήτημα της τεκμηρίωσης: «Πού είναι η ανεξάρτητη αποτίμηση που να λέει ότι αυτή είναι η εύλογη αξία;».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον ρόλο του Υπερταμείου, επισημαίνοντας ότι δεν παρέχεται επαρκής πληροφόρηση ούτε στη Βουλή: «Το Υπερταμείο ήταν επιλεκτικό σε αυτά που απάντησε».
Και έθεσε σαφές πολιτικό ερώτημα προς τον Υπουργό: «Λάβατε την ανεξάρτητη αποτίμηση και σκοπεύετε να τη μοιραστείτε μαζί μας;».
Αναφερόμενη στη δομή της αγοράς, ανέδειξε την ύπαρξη ισχυρού και κερδοφόρου παίκτη, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο προβληματική τη μείωση των δημοσίων εσόδων: «Μιλάμε για έναν κερδοφόρο τομέα… και το Δημόσιο επιλέγει να εισπράττει λιγότερα».
Και έθεσε το ζήτημα του ανταγωνισμού: «Αποδέχεστε ότι δεν υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός».
Στο ίδιο πλαίσιο, αμφισβήτησε την ουσιαστική επάρκεια της διαδικασίας: «Πώς διασφαλίστηκε ότι το Δημόσιο πήρε το καλύτερο δυνατό τίμημα;».
Παράλληλα, αναφερόμενη στη διαδικασία του διαγωνισμού, έθεσε ζήτημα εναλλακτικών επιλογών: «Υπήρξαν εναλλακτικά σενάρια ή απλώς προχωρήσατε να κλείσει η συμφωνία;».
Στη συνέχεια, η κα Σπυριδάκη επανήλθε στο ζήτημα του Υπερταμείου, θέτοντας ευθέως θέμα θεσμικής λειτουργίας και λογοδοσίας: «Έχουμε έναν μηχανισμό που αποφασίζει για τη δημόσια περιουσία χωρίς πολιτικό έλεγχο».
Και προχώρησε σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή διαπίστωση: «Αυτό δεν είναι απλώς πρόβλημα, οριακά είναι θεσμική εκτροπή».
Στο κοινωνικό σκέλος της σύμβασης, ανέδειξε την αναντιστοιχία μεταξύ απωλειών και επιστροφών προς την κοινωνία: «Όταν μιλάμε για απώλεια εκατομμυρίων, δεν μπορείτε να απαντάτε με 1,7 εκατομμύρια».
Και έθεσε ζήτημα διαφάνειας: «Δεν υπάρχει απολογισμός… πού πήγαν τα χρήματα των προηγούμενων ετών;».
Αναφερόμενη στην τροπολογία που κατέθεσε το ΠΑΣΟΚ, εξήγησε ότι στόχος είναι η θεσμική λογοδοσία για τη διάθεση των πόρων και το κοινωνικό αποτύπωμα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ζήτημα του εθισμού στον τζόγο, επισημαίνοντας την απουσία επαρκών δικλείδων προστασίας στη σύμβαση: «Ποιες δικλείδες προστασίας περιλαμβάνει η σύμβαση; Πώς προστατεύονται οι ευάλωτοι και οι νέοι;».
Αναδεικνύοντας μια ακόμα κρίσιμη αντίφαση, συνέδεσε τη θετική εικόνα της οικονομίας με τη μείωση των δημοσίων εσόδων: «Σε μια οικονομία που πάει καλά, γιατί το Δημόσιο αποδέχεται να εισπράξει λιγότερα;».
Στο πιο κρίσιμο σημείο της παρέμβασής της, στάθηκε στη ρήτρα αποζημίωσης του παραχωρησιούχου σε περίπτωση αλλαγής πολιτικής, επισημαίνοντας τη σοβαρότητα της δέσμευσης: «Δεσμεύετε όχι μόνο τη σημερινή αλλά και τις επόμενες κυβερνήσεις».
Και εξήγησε τις συνέπειες αυτής της επιλογής: «Μεταφέρεται το επιχειρησιακό ρίσκο από τον ιδιώτη στον φορολογούμενο».
Τονίζοντας ότι δημιουργείται ένα καθεστώς άνισης μεταχείρισης: «Σε ποια άλλη δραστηριότητα εγγυάστε ότι δεν θα αλλάξει ποτέ η φορολογία;».
Κλείνοντας την τοποθέτησή της, η κα Σπυριδάκη επανέλαβε τη θέση του ΠΑΣΟΚ: «Δεν είμαστε απέναντι στις επενδύσεις… αλλά σε συμφωνίες που δεν μεγιστοποιούν το δημόσιο όφελος».