Βελτιωμένη η ποιότητα του νερού σε σχέση με πέρυσι, παραμένει όμως η επιβάρυνση για τις καλλιέργειες – Ο χημικός της Rijk Zwaan εξηγεί στον Ηχώ 99,8 τη σημασία των αναλύσεων νερού και εδάφους και της σωστής επιλογής υβριδίου.
Στο 2,14 η αγωγιμότητα του νερού του φράγματος Μπραμιανών – Καλύτερη εικόνα από πέρυσι, αλλά παραμένει η επιβάρυνση για τις καλλιέργειες. Τι δείχνουν οι αναλύσεις και γιατί χρειάζεται προσοχή στη λίπανση και στα αφαλατικά.
Η ποιότητα του νερού, η κατάσταση του εδάφους και η επιλογή του κατάλληλου υβριδίου αποτελούν τρεις καθοριστικούς παράγοντες για την πορεία μιας καλλιέργειας. Αυτό υπογράμμισε ο Αντώνης Λεμονάκης, χημικός και υπεύθυνος του εδαφολογικού εργαστηρίου της Rijk Zwaan, μιλώντας στον Ηχώ 99,8 και τη Μαρία Τσαγκαράκη, με αφορμή την έναρξη της νέας καλλιεργητικής περιόδου.
Παρουσιάζοντας συγκριτικά στοιχεία για το νερό του φράγματος Μπραμιανών, επισήμανε ότι η φετινή αφετηρία είναι καλύτερη από την περσινή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν ξεπεραστεί τα προβλήματα. Οι συγκεντρώσεις αλάτων εξακολουθούν να απαιτούν προσεκτική διαχείριση, καθώς επηρεάζουν τόσο την ποσότητα και την ποιότητα της παραγωγής όσο και το ίδιο το έδαφος.
Η αγωγιμότητα του φράγματος την τελευταία τετραετία
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο κ. Λεμονάκης, η ηλεκτρική αγωγιμότητα του νερού του φράγματος βρίσκεται στο 2,14, έναντι 2,49 την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Ωστόσο, οι τιμές παραμένουν υψηλότερες σε σχέση με το ξεκίνημα των καλλιεργειών το 2023 και το 2024.
Περίοδος αναφοράς Ηλεκτρική αγωγιμότητα νερού
Σεπτέμβριος 2023 1,17 mS/cm
Σεπτέμβριος 2024 1,40 mS/cm
Σεπτέμβριος 2025 2,49 mS/cm
Σεπτέμβριος 2026 2,14 mS/cm
Τα στοιχεία δείχνουν υποχώρηση σε σχέση με πέρυσι, αλλά σημαντική επιβάρυνση συγκριτικά με το 2024. Όπως τόνισε ο ίδιος, για ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών θα ήταν σημαντικό η αγωγιμότητα να υποχωρήσει μέσα στον χειμώνα κοντά στη μία μονάδα, ώστε μεγαλύτερο μέρος της καλλιεργητικής περιόδου να εξελιχθεί με καλύτερης ποιότητας νερό.
Οι διαδοχικές αναλύσεις είναι διαθέσιμες στη σελίδα αναλύσεων νερού της Rijk Zwaan, επιτρέποντας στους παραγωγούς να παρακολουθούν τις μεταβολές.
Πώς η αλατότητα μειώνει την παραγωγή και την ποιότητα
Ο κ. Λεμονάκης περιέγραψε τις επιπτώσεις που παρατηρήθηκαν την προηγούμενη καλλιεργητική περίοδο, ιδιαίτερα σε θερμοκήπια που αρδεύονταν συνεχώς με νερό του φράγματος, χωρίς δυνατότητα αξιοποίησης βρόχινου νερού.
Στις πιπεριές, όπως ανέφερε, καταγράφηκαν περιπτώσεις σημαντικής υποχώρησης του ποσοστού προϊόντων πρώτης ποιότητας. Έφερε μάλιστα το παράδειγμα παραγωγών που, από τις 100 κλούβες, είχαν μόλις 30 έως 40 πρώτης ποιότητας. Πρόκειται για παραδείγματα που μετέφερε από την εικόνα της αγοράς και όχι για συνολικό στατιστικό απολογισμό της περιοχής.
Ανάλογα προβλήματα περιέγραψε στα αγγούρια, με μειωμένες ποσότητες, μικρότερους καρπούς και παραμορφώσεις που περιορίζουν την εμπορική τους αξία.
Εξήγησε ότι, όσο αυξάνεται η αλατότητα, δυσκολεύεται η πρόσληψη νερού και διαταράσσεται η θρέψη των φυτών. Η καταπόνηση αυτή αποτυπώνεται τελικά στην ανάπτυξη και στην παραγωγή τους.
Το νάτριο επιβαρύνει και το έδαφος
Η συνεχής χρήση επιβαρυμένου νερού δημιουργεί ένα πρόσθετο πρόβλημα: τη συσσώρευση αλάτων στο έδαφος του θερμοκηπίου.
«Στο θερμοκήπιο μέσα δεν βρέχει», υπενθύμισε χαρακτηριστικά ο κ. Λεμονάκης, επισημαίνοντας ότι τα άλατα δεν απομακρύνονται με τον τρόπο που μπορεί να συμβεί σε ένα υπαίθριο χωράφι όταν δέχεται βροχοπτώσεις.
Ειδικά το νάτριο, όπως εξήγησε, δεσμεύεται σε θέσεις του εδάφους όπου συγκρατούνται και χρήσιμα θρεπτικά στοιχεία, όπως το ασβέστιο, το μαγνήσιο και το κάλιο. Η σταδιακή επιβάρυνση δυσκολεύει τη διαχείριση της γονιμότητας.
Ωστόσο, όλα τα χωράφια δεν αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο. Τα ελαφρύτερα, αμμώδη εδάφη ξεπλένονται ευκολότερα, ενώ στα βαρύτερα, με μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε άργιλο, η αντιμετώπιση είναι πιο απαιτητική. Γι’ αυτό, υπογράμμισε, η παρέμβαση πρέπει να βασίζεται στην ανάλυση του συγκεκριμένου εδάφους.
Τι δείχνει ο δείκτης SAR
Πέρα από την αγωγιμότητα, ο κ. Λεμονάκης αναφέρθηκε στον δείκτη SAR, ο οποίος εκφράζει τη σχέση του νατρίου με το ασβέστιο και το μαγνήσιο στο νερό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, ο δείκτης στο νερό του φράγματος βρίσκεται σήμερα στο 4,75, έναντι 5,88 πέρυσι.
Διευκρίνισε ότι η αγωγιμότητα και ο SAR δεν είναι το ίδιο πράγμα: δύο νερά μπορεί να εμφανίζουν παρόμοια αγωγιμότητα, αλλά διαφορετική αναλογία νατρίου προς ασβέστιο και μαγνήσιο.
Επομένως, μια μέτρηση αγωγιμότητας από μόνη της δεν δίνει πλήρη εικόνα. Για την εκτίμηση της επίδρασης στη διήθηση του νερού και στη δομή του εδάφους, ο SAR αξιολογείται μαζί με την αγωγιμότητα και τις εδαφικές συνθήκες. Οδηγίες αξιολόγησης αρδευτικού νερού του FAO
Υψηλή αγωγιμότητα δεν σημαίνει επαρκής λίπανση
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συνέντευξης ήταν η διάκριση ανάμεσα στα ανεπιθύμητα άλατα του νερού και στα θρεπτικά στοιχεία που χρειάζεται το φυτό.
Όπως εξήγησε ο κ. Λεμονάκης, το γεγονός ότι το νερό ξεκινά με αγωγιμότητα 2,14 δεν σημαίνει ότι καλύπτει τις ανάγκες της καλλιέργειας σε άζωτο, φώσφορο και κάλιο. Εάν ο παραγωγός περιορίσει υπερβολικά τη λίπανση, μόνο και μόνο για να μη μεγαλώσει η τελική ένδειξη, μπορεί να προκαλέσει ελλείψεις.
Ανέφερε ενδεικτικά ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τομάτας η προσθήκη των απαραίτητων θρεπτικών στοιχείων μπορεί να ανεβάσει την αγωγιμότητα του τελικού διαλύματος στις 3,5 ή και 4 μονάδες. Οι τιμές αυτές αφορούσαν παραδείγματα συγκεκριμένης διαχείρισης και δεν αποτελούν ενιαία σύσταση για όλα τα θερμοκήπια.
Η απόφαση για τη λίπανση, τόνισε, χρειάζεται να στηρίζεται στις αναλύσεις νερού και εδάφους και στις ανάγκες της καλλιέργειας.
Τα αφαλατικά δεν είναι λύση για κάθε περίπτωση
Επιφυλακτικός εμφανίστηκε απέναντι στη συστηματική χρήση αφαλατικών σκευασμάτων χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση.
Όπως ανέφερε, κατά την έκπλυση μπορούν να απομακρυνθούν και θρεπτικά στοιχεία. Έτσι, σε ένα χωράφι που έχει ήδη ελλείψεις, η αδιάκριτη εφαρμογή μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση.
Περιέγραψε περιπτώσεις στις οποίες η ανάλυση έδειξε ότι προτεραιότητα ήταν η ενίσχυση της θρέψης, με άζωτο ή κάλιο, και όχι μια ακόμη εφαρμογή αφαλατικού.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στην οργανική ουσία. Σύμφωνα με την εικόνα που έχει από τις αναλύσεις, πολλά χωράφια της περιοχής βρίσκονται κάτω από το 2%, ενώ σε εδάφη με επίπεδα κοντά στο 3,5%–4% παρατηρεί καλύτερη ανταπόκριση των φυτών σε συνθήκες αυξημένης αλατότητας. Τόνισε τη σημασία της κατάλληλης προετοιμασίας πριν από τη φύτευση, με υλικά που εμπλουτίζουν το έδαφος.
Το κατάλληλο υβρίδιο πρέπει να επιλέγεται με βάση το χωράφι
Η επιλογή υβριδίου αποτελεί, σύμφωνα με τον κ. Λεμονάκη, εξίσου κρίσιμη απόφαση με τη διαχείριση του νερού και του εδάφους.
Οι διαφορές μεταξύ υβριδίων γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς σε δύσκολες συνθήκες, όπως η υψηλή αλατότητα ή οι χαμηλές θερμοκρασίες. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη συμβολή των κατάλληλων υποκειμένων και των εμβολιασμένων φυτών στην καλύτερη ανταπόκριση υπό συνθήκες καταπόνησης.
Για τα αγγούρια εξήγησε ότι η αλατότητα μπορεί να μειώσει το μέγεθος του καρπού. Επομένως, ένα υβρίδιο που δίνει ήδη οριακά μικρό μέγεθος ενδέχεται, υπό πίεση, να παράγει καρπούς χαμηλότερης εμπορικής αξίας.
Η σύστασή του ήταν οι παραγωγοί να δοκιμάζουν ένα νέο υβρίδιο, κατά προτίμηση στο δικό τους χωράφι, πριν το επιλέξουν για την κύρια καλλιέργεια.
Αυξημένη αγωγιμότητα και σε πηγάδια – Η εικόνα στη Σαρακίνα
Αναφερόμενος στις αρδευτικές πηγές της περιοχής, ο κ. Λεμονάκης παρουσίασε ενδεικτικές τιμές από την εργαστηριακή του εμπειρία.
Για το αρδευτικό νερό της Σαρακίνας έκανε λόγο για αγωγιμότητα περίπου 1,40 mS/cm, έναντι 1,10–1,20 mS/cm παλαιότερα. Διευκρίνισε ότι τα δείγματα από τον αγωγό μπορεί, ανάλογα με τη λειτουργία του δικτύου, να επηρεάζονται από αναμίξεις νερών.
Στην περιοχή της Βαϊνιάς ανέφερε ότι πηγάδια που πριν από περίπου είκοσι χρόνια βρίσκονταν κοντά στο 1,10 mS/cm, σήμερα ξεκινούν περίπου από το 1,80 mS/cm.
Προς τα Λιβάδια περιέγραψε τιμές 2,50–2,70 mS/cm, ενώ σε πηγάδια στον Ξερόκαμπο και στα Πετρούνια ανέφερε επίπεδα από περίπου 2,50–2,80 έως 3,50 mS/cm.
Οι τιμές αυτές αφορούν την εικόνα που μετέφερε για αρδευτικά νερά. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι δεν διαθέτει πλήρη εργαστηριακή εικόνα για τις γεωτρήσεις ύδρευσης και ότι οι αιτίες των μεταβολών στους υδροφορείς χρειάζονται γεωλογική αξιολόγηση.
Βρόχινο νερό, υποδομές και εξατομικευμένη διαχείριση
Ο κ. Λεμονάκης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη συλλογή βρόχινου νερού, επισημαίνοντας τη διαφορά που παρατηρεί σε θερμοκήπια με δυνατότητα αποθήκευσης και αξιοποίησής του. Παράλληλα, άσκησε κριτική στις καθυστερήσεις των αναγκαίων έργων, αναφερόμενος ειδικά στον προσαγωγό του Μύρτους.
Για την αφαλάτωση σημείωσε ότι αποτελεί μια πρόσθετη επιλογή, η οποία χρειάζεται να εξετάζεται μαζί με το κόστος και τη διαχείριση της παραγόμενης άλμης. Υποστήριξε έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που θα συνδυάζει τη συλλογή βρόχινου νερού, την αξιοποίηση των διαθέσιμων πηγών και συμπληρωματικές λύσεις.
Τέλος, συνέστησε προσοχή στον καθαρισμό και στον έλεγχο των αισθητήρων των αγωγιμομέτρων, καθώς μια λανθασμένη ένδειξη μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένους χειρισμούς.
Όπως επισήμανε, ακόμη και δύο χωράφια του ίδιου παραγωγού, με το ίδιο υβρίδιο, μπορεί να χρειάζονται διαφορετική αντιμετώπιση. Η ανάλυση νερού και εδάφους είναι αυτή που επιτρέπει οι αποφάσεις για άρδευση, θρέψη και καλλιεργητική διαχείριση να βασίζονται στις πραγματικές ανάγκες κάθε θερμοκηπίου.