Μια διαφορετική άποψη για την πρόταση ανέγερσης Μνημείου Εθνικής Αντίστασης στο Πάρκο Μίνως, με έμφαση στην ανάδειξη του υπάρχοντος Μνημείου Πεσόντων και στην καλλιέργεια ιστορικής γνώσης στις νεότερες γενιές.
Με αφορμή την πρωτοβουλία για την ανέγερση Μνημείου Εθνικής Αντίστασης στο πάρκο Μίνως της Ιεράπετρας, θα ήθελα να καταθέσω μια διαφορετική προσωπική άποψη.
Και θέλω να είμαι ξεκάθαρος από την αρχή: η ένστασή μου δεν αφορά ούτε την Εθνική Αντίσταση ούτε τους ανθρώπους που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για την ελευθερία αυτού του τόπου.
Το ακριβώς αντίθετο.
Ακριβώς επειδή θεωρώ τη μνήμη τους ιερή, πιστεύω ότι ένα ακόμη μνημείο στην Ιεράπετρα είναι σήμερα περιττό.
Η ιστορική μνήμη δεν δημιουργείται με την προσθήκη μνημείων στον αστικό χώρο. Δημιουργείται όταν μια κοινωνία γνωρίζει την ιστορία της, γνωρίζει τα πρόσωπα που τιμά και μπορεί να εξηγήσει στις επόμενες γενιές γιατί αυτοί οι άνθρωποι αξίζουν τον σεβασμό μας.
Οι ίδιοι οι υποστηρικτές της πρωτοβουλίας έχουν αναφερθεί στο γεγονός ότι νέοι της περιοχής δεν γνώριζαν σημαντικές μορφές όπως τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, τη Μαρία Λιουδάκη και τη Μαρία Δρανδάκη.
Για μένα αυτή η διαπίστωση λέει πολύ περισσότερα από οποιοδήποτε μνημείο.
Αν τα παιδιά μας δεν γνωρίζουν ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι, το πρόβλημα δεν είναι ότι μας λείπει ένα ακόμη κομμάτι μάρμαρο ή μια ακόμη κατασκευή. Το πρόβλημα είναι ότι μας λείπει η γνώση.
Και η γνώση δεν κατασκευάζεται. Διδάσκεται.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που θεωρώ πολύ σημαντικό.
Στην κεντρική πλατεία της Ιεράπετρας υπάρχει ήδη Μνημείο Πεσόντων. Ένας χώρος που θα έπρεπε από μόνος του να προκαλεί σεβασμό, περισυλλογή και την ανάγκη να μάθει κανείς ποιους ανθρώπους τιμά.
Ας κοιτάξουμε όμως πώς το έχουμε εντάξει στην πόλη μας.
Βρίσκεται σχεδόν ατάκτως ερριμμένο μέσα στο γκρι της πλατείας, χωρίς την αρχιτεκτονική και αισθητική ανάδειξη που αρμόζει στον συμβολισμό του. Η σημερινή διαμόρφωση έχει φτάσει στο σημείο το ίδιο το μνημείο να θυμίζει περισσότερο ποδοσφαιρικό τέρμα παρά έναν σαφώς διακριτό χώρο μνήμης και τιμής. Και στο σημείο βλέπουμε συχνά παιδιά να παίζουν ποδόσφαιρο.
Δεν φταίνε τα παιδιά.
Το ερώτημα είναι αν εμείς τους εξηγήσαμε ποτέ τι βρίσκεται μπροστά τους.
Τους είπαμε ότι αυτός ο χώρος είναι αφιερωμένος στη μνήμη ανθρώπων που πολέμησαν, υπέφεραν και κάποιοι έχασαν ακόμη και τη ζωή τους;
Τους εξηγήσαμε ότι η ελευθερία μέσα στην οποία σήμερα μεγαλώνουν, παίζουν και ονειρεύονται δεν ήταν πάντοτε δεδομένη;
Αν δεν το κάναμε, πώς μπορούμε να απαιτούμε από ένα παιδί να αντιληφθεί μόνο του τον υψηλό συμβολισμό ενός μνημείου πεσόντων;
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη αντίφαση.
Αν δεν έχουμε καταφέρει να αναδείξουμε και να προστατεύσουμε όπως αρμόζει το Μνημείο Πεσόντων που ήδη έχουμε στην κεντρική πλατεία, γιατί θεωρούμε ότι η προτεραιότητά μας πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ακόμη;
Πριν ζητήσουμε λοιπόν από την κοινωνία να χρηματοδοτήσει ένα νέο μνημείο, ας αποκαταστήσουμε πρώτα την εικόνα και την αξιοπρέπεια αυτού που ήδη υπάρχει.
Ας γίνει μια σοβαρή αρχιτεκτονική και αισθητική παρέμβαση. Ένα διακριτό επίπεδο, κάποια σκαλοπάτια, κατάλληλη φύτευση, φωτισμός, ενημερωτική σήμανση ή οποιαδήποτε άλλη λύση κρίνουν οι ειδικοί κατάλληλη.
Να καταλαβαίνει ο περαστικός, πριν ακόμη διαβάσει οτιδήποτε, ότι βρίσκεται μπροστά σε έναν χώρο διαφορετικό από την υπόλοιπη πλατεία.
Σε έναν χώρο μνήμης.
Και μαζί με αυτό ας επενδύσουμε στην ουσία.
Ας καταγράψουμε την ιστορία της Αντίστασης στην περιοχή μας. Ας συγκεντρώσουμε μαρτυρίες και ιστορικά στοιχεία. Ας μιλήσουμε στα σχολεία για τον Σουκατζίδη, τη Λιουδάκη, τη Δρανδάκη και τους υπόλοιπους ανθρώπους που αγωνίστηκαν. Ας οργανώσουμε εκδηλώσεις, ιστορικούς περιπάτους και εκπαιδευτικές δράσεις.
Ας μάθουν τα παιδιά μας ποιοι είναι οι άνθρωποι των οποίων τα ονόματα θέλουμε να χαράξουμε στο μάρμαρο.
Γιατί διαφορετικά φοβάμαι ότι ακολουθούμε για ακόμη μία φορά την εύκολη λύση.
Κατασκευάζουμε ένα μνημείο, πραγματοποιούμε τα εγκαίνια, καταθέτουμε στεφάνια, βγάζουμε τις απαραίτητες φωτογραφίες και θεωρούμε ότι εκπληρώσαμε το χρέος μας απέναντι στην ιστορία.
Δεν είναι αυτό ιστορική μνήμη.
Η ιστορική μνήμη φαίνεται είκοσι και τριάντα χρόνια αργότερα, όταν ένα παιδί περνά μπροστά από ένα μνημείο και γνωρίζει ποιος είναι ο άνθρωπος του οποίου το όνομα διαβάζει, τι έκανε και γιατί η πόλη του επέλεξε να τον τιμήσει.
Εκεί κρίνεται η επιτυχία μας.
Δεν είναι το μάρμαρο που δημιουργεί τη μνήμη.
Η μνήμη είναι αυτή που δίνει νόημα στο μάρμαρο.
Και όταν φτάσουμε στο σημείο τα παιδιά της Ιεράπετρας να γνωρίζουν πραγματικά την ιστορία του τόπου τους και τις θυσίες των ανθρώπων που προηγήθηκαν, τότε προσωπικά θα είμαι ο πρώτος που θα υποστηρίξει όχι ένα αλλά πολλά μνημεία Εθνικής Αντίστασης, εφόσον υπάρχει πραγματική ανάγκη και πραγματικό περιεχόμενο πίσω από αυτά.
Μέχρι τότε όμως θεωρώ ότι ένα ακόμη μνημείο είναι περιττό.
Όχι επειδή οι άνθρωποι της Εθνικής Αντίστασης δεν αξίζουν να τιμηθούν.
Αλλά ακριβώς επειδή αξίζουν κάτι πολύ περισσότερο από ακόμη μία κατασκευή.
Αξίζουν να τους γνωρίζουμε.
Αξίζουν να τους θυμόμαστε.
Αξίζουν να εξηγούμε στα παιδιά μας ποιοι ήταν και τι θυσίασαν.
Και κυρίως αξίζουν να αποδεικνύουμε στην πράξη ότι σεβόμαστε τη μνήμη τους.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το αυτονόητο:
Πρώτα ας τιμήσουμε το μνημείο που ήδη έχουμε.
Πρώτα γνώση.Πρώτα ιστορική συνείδηση.Πρώτα σεβασμός.
Και μετά μνημεία.