Καθησυχαστικός για τον κύριο σεισμό, αλλά προειδοποιεί για έντονους μετασεισμούς και ανάγκη ουσιαστικής προετοιμασία
Καθησυχαστικός εμφανίστηκε ο καθηγητής σεισμολογίας Γεράσιμος Παπαδόπουλος σχετικά με τη σεισμική δραστηριότητα που καταγράφεται τις τελευταίες ημέρες στο Λασίθι και την ευρύτερη περιοχή της Ιεράπετρας, τονίζοντας ότι ο σεισμός των 5,7 Ρίχτερ αποτελεί, με μεγάλη πιθανότητα, τον κύριο σεισμό.
Όπως εξήγησε, η εξέλιξη της μετασεισμικής ακολουθίας είναι φυσιολογική και αναμενόμενη για ένα τέτοιο μέγεθος, επισημαίνοντας ότι «η ένταση και η συχνότητα των μετασεισμών είναι αυτή που μας καθοδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για τον κύριο σεισμό». Παράλληλα, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ισχυρότερων μετασεισμών που μπορεί να προσεγγίσουν ή και να ξεπεράσουν τα 5 Ρίχτερ.
Ο καθηγητής υπογράμμισε ότι η Κρήτη βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα του ελληνικού σεισμικού τόξου, γεγονός που εξηγεί την υψηλή σεισμικότητα της περιοχής, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι οι περισσότεροι σεισμοί εκδηλώνονται υποθαλάσσια και όχι πάνω στο νησί.
Αναφορά έγινε και στο γνωστό ρήγμα της περιοχής (φαράγγι Χα ), για το οποίο, όπως είπε, οι επιστημονικές γνώσεις παραμένουν περιορισμένες, κυρίως ως προς τη συχνότητα επανάληψης ισχυρών σεισμών. «Δεν γνωρίζουμε πότε μπορεί να ενεργοποιηθεί ένα τέτοιο ρήγμα. Το σημαντικό είναι να υπάρχουν μέτρα προστασίας», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα της αντισεισμικής θωράκισης, επισημαίνοντας ότι παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τον προσεισμικό έλεγχο κτιρίων. Όπως ανέφερε, δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το πόσα κτίρια έχουν ελεγχθεί και ποια από αυτά χρειάζονται ενίσχυση, παρά το γεγονός ότι έχουν διατεθεί σημαντικά κονδύλια για τον σκοπό αυτό.
Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη ύπαρξης επικαιροποιημένων σχεδίων έκτακτης ανάγκης από τους δήμους, υπογραμμίζοντας ότι η πρόληψη αποτελεί το βασικότερο εργαλείο αντιμετώπισης των συνεπειών ενός σεισμού.
Αναφερόμενος στον νέο χάρτη σεισμικής επικινδυνότητας, σημείωσε ότι η Κρήτη κατατάσσεται σε ενδιάμεση ζώνη, γεγονός που δεν επιτρέπει εφησυχασμό, καθώς –όπως είπε– «οι ισχυροί σεισμοί μπορεί να είναι πιο αραιοί, αλλά δεν παύουν να συμβαίνουν».
Κλείνοντας, επεσήμανε ότι η ουσιαστική προστασία δεν βασίζεται στην ακριβή πρόγνωση ενός σεισμού, αλλά στη συστηματική προετοιμασία: «Δεν έχει σημασία μόνο το φαινόμενο, αλλά τα μέτρα που έχουμε λάβει πριν από αυτό».