Καλαϊτζάκης: «Σύγχρονο δουλεμπόριο» με αναφορές και στο περιβάλλον Αυγενάκη

7:53 π.μ. - Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026
07:03 π.μ. - Πέμ, 19/53/2026
Image: Καλαϊτζάκης: «Σύγχρονο δουλεμπόριο» με αναφορές και στο περιβάλλον Αυγενάκη

Μιλά για οργανωμένο κύκλωμα εκμετάλλευσης αλλοδαπών και ζητά να φτάσει η έρευνα σε βάθος, με σαφείς απαντήσεις για τυχόν πολιτικές διασυνδέσεις.

Ο Μάνος Καλαϊτζάκης δικηγόρος και πρώην συντονιστής  της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ Λασιθίου  , σχολιάζοντας τις πρόσφατες αποκαλύψεις για το κύκλωμα εμπορίας ανθρώπων, έκανε λόγο για μια εξαιρετικά σοβαρή υπόθεση που αγγίζει και την Κρήτη, ενώ, όπως σημείωσε, προκύπτουν πλέον σαφή στοιχεία για οργανωμένη εγκληματική δράση με στόχο την αποκόμιση μεγάλων παράνομων κερδών μέσα από την εκμετάλλευση αλλοδαπών εργατών.

Όπως ανέφερε, από τις μέχρι στιγμής πληροφορίες φαίνεται πως υπήρχε συγκεκριμένος πυρήνας του κυκλώματος και στο Λασίθι, ενώ η υπόθεση συνδέεται με ένα ευρύτερο δίκτυο που φέρεται να έφερνε παράνομα αλλοδαπούς στην Ελλάδα, κυρίως για εργασία, κάτω από συνθήκες εκμετάλλευσης. Κατά την εκτίμησή του, δεν πρόκειται για μεμονωμένες παρανομίες, αλλά για δομημένη εγκληματική οργάνωση με ιεραρχία, ρόλους και επιχειρησιακό σχέδιο.

Ο ίδιος υπογράμμισε πως το κύκλωμα αξιοποιούσε τα κενά και τα «παραθυράκια» της μεταναστευτικής και εργασιακής νομοθεσίας. Σύμφωνα με όσα περιέγραψε, αλλοδαποί μεταφέρονταν στην Ελλάδα με την υπόσχεση νόμιμης εργασίας, αλλά στη συνέχεια εγκλωβίζονταν σε ένα σύστημα εξάρτησης, καθώς καλούνταν να «ξεπληρώσουν» μεγάλα χρηματικά ποσά μέσα από την εργασία τους. Αυτό, όπως είπε, γινόταν με όρους που δεν όριζαν οι ίδιοι, αλλά η οργάνωση και οι διαμεσολαβητές της, δημιουργώντας συνθήκες πραγματικής εμπορίας ανθρώπων.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον τρόπο με τον οποίο φέρεται να εξασφαλιζόταν η παραμονή και η εργασιακή τους αξιοποίηση. Όπως εξήγησε, γινόταν χρήση πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων, ακόμη και ιατρικών βεβαιώσεων, προκειμένου να αποκτούν κάποιοι από αυτούς τις απαραίτητες διοικητικές καλύψεις, όπως η λεγόμενη «μπλε βεβαίωση» ή άλλα έγγραφα που τους επέτρεπαν να εμφανίζονται ως νόμιμοι. Κατά τον ίδιο, αυτό αποτελούσε ένα κρίσιμο εργαλείο για τη συνέχιση της εκμετάλλευσής τους, αφού έτσι το κύκλωμα μπορούσε να συντηρεί μια επίφαση νομιμότητας.

Ο κ. Καλαϊτζάκης σημείωσε επίσης ότι, σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, βρέθηκαν σημαντικά χρηματικά ποσά, τραπεζικές κάρτες, ατζέντες και έγγραφα, στοιχεία που ενισχύουν την εικόνα ύπαρξης οργανωμένου μηχανισμού. Εκτίμησε ότι η υπόθεση μπορεί να αφορά παράνομα κέρδη πολλών εκατομμυρίων ευρώ και πρόσθεσε πως τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι υπήρχε σαφής καταμερισμός ρόλων, με πρόσωπα που λειτουργούσαν ως ηγετικός πυρήνας, άλλα ως ενδιάμεσα στελέχη και άλλα ως εκτελεστικός βραχίονας.

Στο πολιτικό σκέλος της υπόθεσης, αναφέρθηκε στη σύνδεση προσώπων που φέρονται να εμπλέκονται με το περιβάλλον του Λευτέρη Αυγενάκη, διευκρινίζοντας πάντως ότι από μόνη της ούτε η συγγένεια ούτε η κουμπαριά συνιστούν ποινικό αδίκημα. Τόνισε όμως ότι όταν επαναλαμβανόμενα πρόσωπα από τον στενό πολιτικό ή εργασιακό κύκλο ενός πολιτικού προσώπου εμπλέκονται σε σοβαρές υποθέσεις, τότε η υπόθεση παύει να μοιάζει με απλή σύμπτωση και δημιουργούνται εύλογα πολιτικά ερωτήματα.

Παράλληλα, συνέδεσε το συγκεκριμένο σκάνδαλο με μια γενικότερη εικόνα διαδοχικών αποκαλύψεων που, όπως είπε, βαραίνουν τη δημόσια ζωή και ενισχύουν το αίσθημα απαξίωσης των πολιτών. Υποστήριξε ότι η υπόθεση αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά άλλων σκανδάλων που έχουν δει το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα και εξέφρασε την άποψη ότι πλέον δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για επαναλαμβανόμενο μοτίβο.

Ειδικά για την Κρήτη, ο Μάνος Καλαϊτζάκης σημείωσε με ανησυχία ότι το νησί συνδέεται όλο και συχνότερα στη δημόσια συζήτηση με υποθέσεις σκανδάλων, παρανομιών και πελατειακών μηχανισμών, γεγονός που, όπως είπε, αλλοιώνει την εικόνα του τόπου. Ανέφερε πως παλαιότερα η Κρήτη παραπεμπόταν στη φιλοξενία, την παράδοση και την κοινωνική της δύναμη, ενώ σήμερα συχνά γίνεται αναφορά σε σκάνδαλα, κάτι που, όπως υποστήριξε, δεν μπορεί να αφήνει αδιάφορη την κοινωνία.

Σε ό,τι αφορά την πορεία της έρευνας, εμφανίστηκε επιφυλακτικός ως προς το πόσο βαθιά θα φτάσει. Εκτίμησε ότι συνήθως στην Ελλάδα οι έρευνες δεν αγγίζουν όλο το βάθος των δικτύων που πιθανόν εμπλέκονται, αλλά περιορίζονται στους πιο εμφανείς πρωταγωνιστές ή σε δευτεροκλασάτα πρόσωπα, αφήνοντας εκτός κάδρου εκείνους που μπορεί να είχαν πιο κρίσιμο ή προστατευμένο ρόλο. Παρ’ όλα αυτά, υπογράμμισε ότι θα πρέπει να διερευνηθεί και η εμπλοκή όσων φέρονται να απασχολούσαν αυτούς τους ανθρώπους, ώστε να αποσαφηνιστεί υπό ποιους όρους παρεχόταν η εργασία και ποιοι επωφελούνταν τελικά από το σχήμα.

Κλείνοντας, επεσήμανε ότι η υπόθεση αυτή δεν πρέπει να ιδωθεί ως ένα ακόμη «συνηθισμένο» σκάνδαλο, αλλά ως ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα που αφορά ανθρώπινη εκμετάλλευση, κατάχρηση εξουσίας και οργανωμένη παρανομία. Όπως τόνισε, όταν άνθρωποι μετατρέπονται σε εργατικό δυναμικό υπό καθεστώς εξαναγκασμού και οικονομικής ομηρίας, τότε δεν μιλάμε απλώς για παραβίαση της νομιμότητας, αλλά για μια βαθιά προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.