Ο καθηγητής Μικροβιολογίας προειδοποιεί ότι η Κρήτη αποτελεί «hot spot» των επιπτώσεων, με σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία, το περιβάλλον και την αγροτική παραγωγή
Σοβαρές προειδοποιήσεις για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη δημόσια υγεία, στο περιβάλλον και στην αγροτική παραγωγή διατύπωσε ο δρ Παναγιώτης Σαρρής, καθηγητής Μικροβιολογίας στο τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, επικεφαλής της ομάδας Μικροβιολογίας και Βιοτεχνολογίας Φυτών στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας και Έρευνας μιλώντας στην εκπομπή «Ιεραπετρίτικη Γη».
Όπως ανέφερε, η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί θεωρητική συζήτηση ή ένα πρόσκαιρο φαινόμενο, αλλά μια πραγματικότητα που γίνεται πλέον ορατή στην καθημερινότητα, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Κρήτη, όπου η ανομβρία, η ξηρασία, οι ακραίες καιρικές μεταβολές και η περιβαλλοντική πίεση επιβεβαιώνουν ότι το κλίμα έχει ήδη αλλάξει.
Ο κ. Σαρρής εξήγησε ότι ο όρος «κλιματική κρίση» είναι ανθρωποκεντρικός, καθώς η φύση θα συνεχίσει να υπάρχει ανεξάρτητα από την ανθρώπινη παρουσία. Εκείνο όμως που αλλάζει δραματικά, όπως είπε, είναι οι συνθήκες ζωής για τον άνθρωπο, ο οποίος οδηγείται σε ένα ολοένα δυσκολότερο περιβάλλον επιβίωσης.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σχέση της κλιματικής αλλαγής με την αύξηση των πολυανθεκτικών μικροβίων. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, η ξηρασία και οι υψηλές θερμοκρασίες επηρεάζουν το μικροβιακό περιβάλλον, δημιουργώντας συνθήκες που ευνοούν την επιβίωση και την εξάπλωση μικροοργανισμών με αυξημένη ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά. Όπως είπε, η μείωση του νερού στο έδαφος αυξάνει τη συγκέντρωση ουσιών, μεταξύ των οποίων και φυσικών ή τεχνητών αντιβιοτικών, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου τελικά επιβιώνουν τα πιο ανθεκτικά μικρόβια.
Μάλιστα, επικαλέστηκε διεθνή μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε 192 χώρες και κατέδειξε ότι οι περιοχές με υψηλά ποσοστά ξηρασίας παρουσιάζουν αυξημένη παρουσία πολυανθεκτικών μικροβίων. Η Μεσόγειος, όπως τόνισε, αποτελεί «hot spot» αυτού του φαινομένου, με την Κρήτη να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων.
Ο καθηγητής αναφέρθηκε και σε ερευνητικά ευρήματα της ομάδας του, τα οποία έδειξαν την παρουσία πολυανθεκτικών μικροβίων ακόμη και σε απομονωμένα υπόγεια περιβάλλοντα, όπως βαθιά σπήλαια της Κρήτης, σε περιοχές όπου δεν έχει πατήσει ο άνθρωπος. Όπως εξήγησε, τα μικρόβια αυτά μεταφέρονται μέσω των απορροών του νερού, κουβαλώντας μαζί τους ανθεκτικότητες που έχουν αναπτυχθεί σε αστικά και επιβαρυμένα περιβάλλοντα.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η υπερκατανάλωση αντιβιοτικών στην Ελλάδα συνεχίζει να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, με τη χώρα να παραμένει στις πρώτες θέσεις στην Ευρώπη. Όπως είπε, η συνεχής και συχνά αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών, τόσο στην ιατρική όσο και σε άλλους τομείς, έχει ενισχύσει το πρόβλημα της μικροβιακής αντοχής, οδηγώντας την επιστημονική κοινότητα να μιλά πλέον ανοιχτά για μια «εποχή μετά τα αντιβιοτικά».
Σύμφωνα με τον ίδιο, εάν δεν υπάρξουν άμεσα μέτρα, οι λοιμώξεις από πολυανθεκτικά μικρόβια θα αποτελούν στο μέλλον μία από τις σημαντικότερες αιτίες θανάτου, ξεπερνώντας ακόμα και καρδιαγγειακά νοσήματα ή μορφές καρκίνου. Όπως τόνισε, ήδη σήμερα στην Ελλάδα χάνονται κάθε χρόνο χιλιάδες άνθρωποι εξαιτίας τέτοιων μικροβίων.
Ο δρ Σαρρής ανέδειξε και την ευρύτερη εικόνα της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, επισημαίνοντας ότι η αφρικανική σκόνη μεταφέρει μικρόβια, βαρέα μέταλλα και χημικές ουσίες, ενώ η άνοδος της θερμοκρασίας διευκολύνει την εγκατάσταση ξενικών ειδών, νέων ασθενειών και παθογόνων τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα. Έφερε ως παράδειγμα τα ξενικά είδη ψαριών στη Μεσόγειο, αλλά και τις νέες φυτοασθένειες που εμφανίζονται όλο και συχνότερα στις καλλιέργειες.
Αναφερόμενος στην αγροτική παραγωγή, σημείωσε ότι η κλιματική αλλαγή συνδέεται άμεσα με τη διάδοση νέων ασθενειών στα φυτά, με την επιβάρυνση των καλλιεργειών και με την υποβάθμιση των φυσικών πόρων, όπως το έδαφος και το νερό. Τόνισε ακόμη ότι η Κρήτη χάνει κάθε χρόνο πολύτιμο έδαφος εξαιτίας της διάβρωσης και της έλλειψης παρεμβάσεων για τη συγκράτηση των επιφανειακών υδάτων.
Ο καθηγητής υποστήριξε ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά, αλλά απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση, βασισμένη στη φιλοσοφία «One Health», δηλαδή στην ενιαία αντιμετώπιση της υγείας ανθρώπων, ζώων, φυτών και περιβάλλοντος ως αλληλένδετου συνόλου.
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν και στο ζήτημα της κρατικής στήριξης της έρευνας, σημειώνοντας ότι η υποχρηματοδότηση των πανεπιστημίων και των ερευνητικών δομών στην Ελλάδα εμποδίζει την ανάπτυξη λύσεων και την ουσιαστική αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης.
Παρουσίασε μάλιστα παράδειγμα ερευνητικής πρωτοβουλίας για το δίκταμο, η οποία δεν στηρίχθηκε στην Ελλάδα, αλλά βρήκε άμεση ανταπόκριση στη Μεγάλη Βρετανία.
Καταλήγοντας, ο δρ Σαρρής τόνισε ότι η κοινωνία οφείλει να αλλάξει στάση απέναντι στο περιβάλλον και να κατανοήσει ότι η ανθρώπινη υγεία δεν μπορεί να διασφαλιστεί όταν το φυσικό σύστημα γύρω της υποβαθμίζεται.
Όπως υπογράμμισε, χωρίς επένδυση στην έρευνα, στην παιδεία και στην πρόληψη, οι επόμενες δεκαετίες θα είναι ιδιαίτερα δύσκολες.