Ο Αντιδήμαρχος Οικονομικών εξηγεί στον Ηχώ 99,8 γιατί ο προϋπολογισμός εμφανίζεται στα 37,5 εκατ. ευρώ, τι γίνεται με τα ληξιπρόθεσμα και πώς καλύπτεται το «κενό» από τα χρηματικά διαθέσιμα
Στις αλλαγές που έχουν επέλθει στον τρόπο κατάρτισης και παρουσίασης των δημοτικών προϋπολογισμών, αλλά και στα πραγματικά μεγέθη του Δήμου Ιεράπετρας για το 2026, αναφέρθηκε ο Αντιδήμαρχος Οικονομικών, μιλώντας στην καθημερινή εκπομπή του Ηχώ 99,8 «Καλημέρα Λασίθι».
Όπως διευκρίνισε, ο τρόπος παρακολούθησης και κωδικοποίησης των οικονομικών στοιχείων έχει τροποποιηθεί με νέο πλαίσιο (αναφορά σε ρυθμίσεις από το 2018), χωρίς να αλλάζει η ουσία της οικονομικής λειτουργίας. Η βασική διαφοροποίηση, ωστόσο, είναι ότι πλέον δεν εμφανίζεται στον προϋπολογισμό ένα μεγάλο τμήμα των παλαιών ληξιπρόθεσμων οφειλών πολιτών προς τον Δήμο. «Ο προϋπολογισμός του 2026 αποτυπώνεται περίπου στα 37,5 εκατομμύρια ευρώ, όμως δεν απεικονίζει όπως παλαιότερα τις οφειλές προηγούμενων ετών», σημείωσε, εξηγώντας ότι στον προϋπολογισμό εγγράφεται πλέον κυρίως ό,τι θεωρείται ρεαλιστικά εισπράξιμο, με βάση την εισπραξιμότητα του προηγούμενου έτους.
Με αυτό τον τρόπο, ποσά τάξης περίπου 6 εκατομμυρίων ευρώ που εμφανίζονταν άλλοτε ως απαιτήσεις, σήμερα δεν εγγράφονται με τον ίδιο τρόπο. Ο Αντιδήμαρχος εκτίμησε ότι αν ο προϋπολογισμός παρουσιαζόταν με τα παλαιότερα δεδομένα, το συνολικό μέγεθος θα διαμορφωνόταν σε επίπεδα κοντά στα 49–50 εκατομμύρια ευρώ, ενώ επισήμανε ότι η εικόνα μεταβάλλεται μέσα στη χρονιά με τις αναμορφώσεις, καθώς προστίθενται νέες χρηματοδοτήσεις ή εξειδικεύονται δαπάνες και έργα.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο ζήτημα της ισορροπίας εσόδων–εξόδων. Στον προϋπολογισμό, εξήγησε, εμφανίζεται «κενό» μεταξύ των προβλεπόμενων εσόδων και των δαπανών, το οποίο καλύπτεται από χρηματικά διαθέσιμα. Τα χρηματικά διαθέσιμα –όπως είπε– δεν είναι «λεφτά που βάζει ο Δήμος από την τσέπη του», αλλά ποσά που προέρχονται από προηγούμενα υπόλοιπα, χρηματοδοτούμενα προγράμματα που δεν έχουν ακόμη απορροφηθεί, καθώς και ταμειακές ροές που παραμένουν σε λογαριασμούς μέχρι να καλύψουν δαπάνες. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι τα διαθέσιμα κινούνται περίπου στα 6 εκατομμύρια ευρώ και χρησιμοποιούνται για να κλείσει το ισοζύγιο του προϋπολογισμού.
Απαντώντας στο ερώτημα από πού προέρχονται τα βασικά έσοδα του Δήμου, ο Αντιδήμαρχος ανέφερε ως κύριες πηγές:
- τα ανταποδοτικά τέλη (καθαριότητα και ηλεκτροφωτισμός),
- φόρους και τέλη που σχετίζονται με δημοτικές υπηρεσίες,
- έσοδα από παροχή υπηρεσιών (όπως ύδρευση–άρδευση, μισθώσεις και λοιπές χρήσεις),
- επιχορηγήσεις, χρηματοδοτήσεις και προγράμματα,
- πρόστιμα, προσαυξήσεις και διάφορα δικαιώματα που εισπράττονται.
Στο κομμάτι των ληξιπρόθεσμων οφειλών, ο Αντιδήμαρχος ανέφερε ότι το συνολικό ύψος τους φτάνει σε επίπεδα 6–7 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά στον προϋπολογισμό εγγράφεται μόνο το μέρος που εκτιμάται ότι μπορεί να εισπραχθεί μέσα στο 2026 (ενδεικτικά ανέφερε ποσά της τάξης περίπου 1–1,2 εκατ.). Τόνισε ότι σημαντικό τμήμα αφορά παλαιές οφειλές δεκαετιών, ακόμη και περιπτώσεις όπου οι οφειλέτες δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή ή αφορούν εταιρείες που δεν έχουν πλέον αντικείμενο, γεγονός που καθιστά ένα ποσοστό «δύσκολα εισπράξιμο». Παράλληλα, υπογράμμισε ότι ο Δήμος εφαρμόζει αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, όπως δεσμεύσεις ΑΦΜ και τραπεζικών λογαριασμών, όταν οι οφειλέτες αγνοούν ειδοποιήσεις, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για διαδικασίες που «δεν είναι επιλογή, αλλά υποχρέωση».
Ο ίδιος σημείωσε ότι εξετάζεται η σταδιακή «εκκαθάριση» της εικόνας των ανεπίδεκτων είσπραξης ποσών, με τη συνεργασία των υπηρεσιών (και της κοινωνικής υπηρεσίας, όπου απαιτείται), ώστε τα οικονομικά στοιχεία να αντανακλούν πιο καθαρά την πραγματικότητα. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι διαγραφές δεν μπορούν να γίνουν αυθαίρετα: χρειάζονται τεκμηριωμένα στοιχεία, εφαρμογή όλων των μέτρων είσπραξης και πλήρης διαδικαστική κάλυψη.
Στη συνέχεια, ο Αντιδήμαρχος αναφέρθηκε και στο ζήτημα γιατί δεν μπορεί ο προϋπολογισμός να «φουσκώσει» με έργα που απλώς σχεδιάζονται ή επιδιώκεται η ένταξή τους. Όπως είπε, στον προϋπολογισμό εγγράφονται μόνο ποσά που έχουν ήδη εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και επίσημη ένταξη (π.χ. μέσω αποφάσεων στη «Διαύγεια» ή στα χρηματοδοτικά εργαλεία). Έκανε λόγο για μεταβατική περίοδο σε επίπεδο χρηματοδοτικών προγραμμάτων και αλλαγές προγραμματικών κύκλων, που καθυστερούν την ενεργοποίηση νέων προσκλήσεων, άρα και την αποτύπωση νέων έργων σε αριθμούς. Υπενθύμισε ότι και το 2025 ξεκίνησε με έναν αρχικό προϋπολογισμό και στη συνέχεια αυξήθηκε μέσω αναμορφώσεων, καθώς προέκυψαν νέες χρηματοδοτήσεις.
Τέλος, στη συζήτηση τέθηκαν και ζητήματα τιμολογιακής πολιτικής (ιδίως για το νερό άρδευσης), με τον Αντιδήμαρχο να επισημαίνει ότι γίνεται κοστολόγηση από τις υπηρεσίες ώστε να υπάρξει σαφής εικόνα κόστους–παροχής. Επίσης, αναφέρθηκε σε θέματα χρηματοδοτήσεων για κοινωνικές και εκπαιδευτικές υποδομές, όπως οι ανάγκες του Μουσικού Σχολείου, καθώς και σε έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη (π.χ. γηροκομείο), τονίζοντας ότι στόχος είναι να προχωρήσουν βήμα-βήμα με ρεαλιστικές εγγραφές και όχι με «ευχολόγια» στους προϋπολογισμούς.
Η εικόνα που περιέγραψε συνοψίζεται σε μία βασική διαπίστωση: το 2026 εμφανίζει μικρότερο «νούμερο» στον προϋπολογισμό, όχι επειδή ο Δήμος ξαφνικά «μίκρυνε», αλλά επειδή ο τρόπος αποτύπωσης γίνεται πιο αυστηρός ως προς το τι θεωρείται πραγματικά εισπράξιμο, ενώ το ταμειακό ισοζύγιο στηρίζεται –όπως και στο παρελθόν– στα διαθέσιμα και στις αναμορφώσεις που ακολουθούν μέσα στη χρονιά.