Κ. Σπυριδάκη: «Ο πρωτογενής τομέας δεν καταρρέει από έλλειψη προσχηματικού διαλόγου, αλλά από έλλειψη πολιτικής βούλησης»

7:10 π.μ. - Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026
07:01 π.μ. - Πέμ, 22/10/2026
Image: Κ. Σπυριδάκη: «Ο πρωτογενής τομέας δεν καταρρέει από έλλειψη προσχηματικού διαλόγου, αλλά από έλλειψη πολιτικής βούλησης»

Παρουσιάζοντας σκληρά στοιχεία, ανέδειξε την πραγματική εικόνα του αγροτικού εισοδήματος

Η συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλή των Ελλήνων για τη σύσταση Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής με αντικείμενο «τη μελέτη των προβλημάτων και την επεξεργασία προτάσεων για την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα» ανέδειξε με έντονο τρόπο το βαθύ πολιτικό έλλειμμα στρατηγικής της Κυβέρνησης στον αγροτικό χώρο. Κατά την παρέμβασή της, η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, έθεσε από την αρχή το πραγματικό διακύβευμα της πρωτοβουλίας, επισημαίνοντας ότι: «η σημερινή συζήτηση για τη σύσταση Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τον πρωτογενή τομέα δεν είναι μια ουδέτερη θεσμική πρωτοβουλία, είναι μια βαθιά πολιτική επιλογή. Και όπως κάθε επιλογή κρίνεται από το χρόνο που γίνεται, από αυτά που αποσιωπά και από τις ευθύνες που επιθυμεί να μεταθέσει.» 

Η κα Σπυριδάκη στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η Κυβέρνηση έρχεται εκ των υστέρων να αναζητήσει διάλογο, θέτοντας το ερώτημα με απόλυτη σαφήνεια: «επτά χρόνια τι έχετε κάνει για όλα αυτά; Έρχεστε σήμερα μετά από επτά χρόνια να μας πείτε ότι θα κάνουμε διακομματική επιτροπή και θα τα συζητήσουμε όλα αυτά;» 

Όπως υπογράμμισε, ο πρωτογενής τομέας δεν βρίσκεται σε κρίση λόγω έλλειψης συζητήσεων, αλλά λόγω απουσίας πολιτικής βούλησης: «Ο πρωτογενής τομέας δεν καταρρέει από έλλειψη προσχηματικού διαλόγου, αλλά από έλλειψη πολιτικής βούλησης. Και η πρόταση της Κυβέρνησης δεν αποτελεί λύση, αποτελεί ομολογία καθυστέρησης και αδράνειας.» 

Ασκώντας σφοδρή κριτική στον τρόπο με τον οποίο η Κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τον διάλογο, η Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ σημείωσε: «Είδαμε τι σημαίνει διάλογος. Είδαμε πώς τον ερμηνεύετε. Είναι προσχηματικός. Είναι επικοινωνιακός.», παραπέμποντας στις υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ, των Τεμπών και στις επαφές με αγρότες και κτηνοτρόφους.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη θεσμική ανεπάρκεια των διακομματικών επιτροπών να παράγουν εθνική στρατηγική, επισημαίνοντας ότι: «οι διακομματικές επιτροπές βάσει του Κανονισμού της Βουλής απλώς αποτυπώνουν τον κοινοβουλευτικό συσχετισμό, δεν μπορούν να παράγουν εθνική στρατηγική…» 

Η κα Σπυριδάκη υπενθύμισε ότι το ΠΑΣΟΚ είχε εγκαίρως προειδοποιήσει για όλα τα κρίσιμα ζητήματα: «Σας τα είχαμε πει και με ερωτήσεις και με παρεμβάσεις και με συγκεκριμένες προτάσεις.» αναφερόμενη στο κόστος ενέργειας, στη νέα ΚΑΠ, στη λειψυδρία, στις ελληνοποιήσεις και στην κατάρρευση της ελαιοπαραγωγής.

Παρουσιάζοντας σκληρά στοιχεία, ανέδειξε την πραγματική εικόνα του αγροτικού εισοδήματος: «Η Ελλάδα βρίσκεται 18η στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο αγροτικό εισόδημα… όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στις 25.000.», ενώ στάθηκε στο ενεργειακό κόστος και στις στρεβλώσεις του αφηγήματος περί «φθηνού αγροτικού ρεύματος».

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και στην ελαιοπαραγωγή, μεταφέροντας στην Ολομέλεια μια κρίσιμη ευρωπαϊκή παραδοχή που εκθέτει την Κυβέρνηση. Όπως ανέφερε: «έρχεται και ο Ευρωπαίος Επίτροπος χθες και απαντάει ότι: “Ναι, υπάρχουν εργαλεία, αλλά η Ελληνική Κυβέρνηση δεν φρόντισε να ενεργοποιήσει κανένα.”». Η τοποθέτηση αυτή, όπως υπογράμμισε, επιβεβαιώνει ότι η κατάρρευση της ελαιοπαραγωγής δεν ήταν αναπόφευκτη, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών και αδράνειας, ενισχύοντας τη θέση ότι: «Τίποτα από όσα συζητάμε σήμερα δεν ήταν άγνωστο. Τίποτα δεν προέκυψε ξαφνικά.»

Στο σκέλος της κτηνοτροφίας, η Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ χαρακτήρισε την κατάσταση δραματική, δηλώνοντας: «Η ευλογιά των αιγοπροβάτων εξελίχθηκε σε πλήρες επιχειρησιακό φιάσκο.» και έθεσε ευθέως το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης.

Στο ίδιο πλαίσιο πολιτικής ευθύνης, η Βουλευτής Λασιθίου αναφέρθηκε εκτενώς και στη Συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Mercosur, καταγγέλλοντας την πλήρη απουσία εθνικής διαπραγμάτευσης και προστασίας της ελληνικής αγροτικής παραγωγής. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά: «η Κυβέρνηση υπέγραψε χωρίς κανένα αντάλλαγμα, χωρίς καμία διαπραγμάτευση τη Συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Mercosur, μία συμφωνία που ανοίγει διάπλατα την ευρωπαϊκή αγορά σε προϊόντα χαμηλών προτύπων, περιβαλλοντικών και ποιοτικών.».

Η κα Σπυριδάκη τόνισε την αντίφαση ανάμεσα στη ρητορική περί πάταξης των παράνομων ελληνοποιήσεων και στην αποδοχή μιας συμφωνίας που επιτείνει τον αθέμιτο ανταγωνισμό, υπογραμμίζοντας: «ενώ τόσο καιρό μιλάμε για τις παράνομες ελληνοποιήσεις και λέμε πώς θα καταπολεμήσουμε αυτό, έρχεστε και χωρίς κανέναν όρο συμφωνείτε με αυτήν τη Συμφωνία.». Παραθέτοντας συγκεκριμένα στοιχεία, ανέδειξε το δυσμενές ισοζύγιο για τη χώρα: «Για την Ελλάδα το αποτέλεσμα είναι συντριπτικό: Έχουμε 452 εκατομμύρια ευρώ εισαγωγές έναντι 35,4 εκατομμυρίων ευρώ εξαγωγές. Η αναλογία είναι 1 προς 13 εις βάρος της χώρας.»

Ξεχωριστή αναφορά έκανε στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, μιλώντας για: «ένα σκάνδαλο διαφθοράς με τη σφραγίδα της Νέας Δημοκρατίας», και καταθέτοντας ρητά στα Πρακτικά κοινοβουλευτική ερώτηση: «Καταθέτω στα Πρακτικά ξανά ερώτηση δική μου από τον Μάρτιο του 2025 που σας μιλάω για κακουργηματικές πράξεις στελεχών του ΟΠΕΚΕΠΕ.» αναδεικνύοντας ότι η Κυβέρνηση δεν ανέλαβε καμία ουσιαστική πρωτοβουλία.

Κλείνοντας, η Κατερίνα Σπυριδάκη κατέθεσε ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση του ΠΑΣΟΚ για μια πραγματική Εθνική Επιτροπή Αγροτικής Παραγωγής και Διατροφικής Ανθεκτικότητας, με μία σαφή δομή τριών φάσεων.

Πρώτον, όπως ανέφερε: «επιστημονική φάση τεσσάρων μηνών με ανεξάρτητους ειδικούς από Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση, για να καταρτίσουν ένα σχέδιο πολιτικής της γης, με αναδιαρθρώσεις καλλιεργειών, στοχευμένη αξιοποίηση της ΚΑΠ.». Δεύτερον: «εθνικός διάλογος με κόμματα, αγρότες, συνεταιρισμούς, τη μεταποίηση, την πανεπιστημιακή κοινότητα.». Και τρίτον: «κατάθεση στη Βουλή με στόχο δεσμευτική συναίνεση δεκαετίας.» 

Η παρέμβασή της ολοκληρώθηκε με μια φράση που συνοψίζει το πολιτικό διακύβευμα: «ο πρωτογενής τομέας δεν αντέχει άλλη προσχηματική πολιτική και ο αγρότης και ο κτηνοτρόφος εγκαταλείπουν και όταν εγκαταλείπουν, δεν χάνεται ένα επάγγελμα, χάνεται ένα κομμάτι της χώρας.»