«Σαρώνει» η ηπατίτιδα C στην Κρήτη - Κινδυνεύουν 5.000 Κρητικοί

9:30 π.μ. - Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018
09:11 π.μ. - Δευ, 19/30/2018
Image: «Σαρώνει» η ηπατίτιδα C στην Κρήτη - Κινδυνεύουν 5.000 Κρητικοί

Υπολογίζεται πως 5.000 Κρητικοί πάσχουν από τη «σιωπηλή νόσο» - Ένα ποσοστό 3% νοσεί από κάποια μορφή ηπατίτιδας

Σημαντικό πρόβλημα υγείας για την Κρήτη φαίνεται να αποτελούν οι ηπατίτιδες, οι οποίες αθροιστικά προσεγγίζουν 2-3% του πληθυσμού της Κρήτης. H ηπατίτιδα C είναι μια νόσος που ταλαιπώρησε την κρητική κοινωνία και ιδιαίτερα την ευρύτερη περιοχή του Ρεθύμνου, όπου τα κρούσματα ήταν μέχρι και 14% πριν μερικές δεκαετίες, ενώ το άμεσο διάστημα θα διεξαχθούν μελέτες γύρω από τον επιπολασμό της νόσου σε επίπεδο Κρήτης.
 
Εάν όμως λάβουμε υπόψη μας πως ο επιπολασμός της ηπατίτιδας C ανέρχεται σε 1-2%, σύμφωνα με έρευνες, τότε μιλάμε για 5.000 αρρώστους στην Κρήτη. Την ίδια στιγμή, η ηπατίτιδα Β, η οποία είναι σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, φαίνεται πως αφορά το 0,5-1% του πληθυσμού της Κρήτης. Φορείς της ηπατίτιδας Β είναι κυρίως αλλοδαποί.
 
Η εφημερίδα “Νέα Κρήτη” επικοινώνησε με την κ. Μαίρη Κουλεντάκη, διευθύντρια ΕΣΥ-γαστρεντερολόγο του ΠΑΓΝΗ, η οποία μας μίλησε εκτενώς για την ηπατίτιδα C σε επίπεδο Κρήτης.
 
«Γενικότερα στην Κρήτη είχαμε, με βάση τις τελευταίες μελέτες, περισσότερο πρόβλημα με την ηπατίτιδα C παρά με τις υπόλοιπες ηπατίτιδες, που είναι η Β και η Α. Το ότι είχαμε περισσότερο πρόβλημα με την ηπατίτιδα C ισχύει, και έτσι ήταν μέχρι και τα τελευταία χρόνια, που τα φάρμακα της συγκεκριμένης ηπατίτιδας είναι πάρα πολύ αποτελεσματικά και έχουμε πάρα πολλές ιάσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά στη “Νέα Κρήτη”.
 
Η κ. Κουλεντάκη μίλησε για τους τρόπους μετάδοσης της συγκεκριμένης ηπατίτιδας, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Η ηπατίτιδα C είναι μια ηπατίτιδα που μεταδίδεται παρεντερικά και που τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια η μετάδοσή της αφορά κυρίως χρήστες ναρκωτικών ουσιών και ατυχείς περιπτώσεις, όπως ανθρώπους με τατουάζ ή piercing. Τέτοιες παρεμβάσεις μπορεί να κάνει κανείς, αλλά δεν είναι σίγουρος ότι το μέρος που το κάνει τηρεί τις προδιαγραφές και μπορεί να κολλήσει. Παλαιότερα, στην Κρήτη είχαμε κρούσματα που δεν ήταν τέτοιας μετάδοσης.
 
Η ηπατίτιδα C ανακαλύφθηκε το 1989. Πριν το 1989 δεν ήταν γνωστή σαν ηπατίτιδα, και πολλοί άνθρωποι που ήταν σε μονάδες τεχνητού νεφρού ή χρειάζονταν να μεταγγίζονται συχνά, όπως συμβαίνει με τη μεσογειακή αναιμία, ή είχαν πάρει παράγωγα αίματος, όπως οι αιμοφιλικοί, είχαν “πάρει” τη νόσο σε πολύ νεότερες ηλικίες. Είναι πολύ διαφορετικός ο πληθυσμός. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους ίσως να μην είναι ζωντανοί. Ακόμη και τώρα μπορείς να βρεις άνθρωπο 70 ή 80 χρονών που μπορεί να έκανε μετάγγιση σε κάποιο χειρουργείο πριν το 1990, να έχει τη νόσο και να μην το ξέρει».
 
Σχετικά με το αν οι ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με τη συγκεκριμένη νόσο είναι περισσότεροι ή λιγότεροι σε σχέση με πριν από μία πενταετία, η κ. Κουλεντάκη απαντάει: «Λίγο ή πολύ, τα περιστατικά είναι τα ίδια. Σιγά-σιγά, επειδή οι παλιοί ασθενείς θεραπεύονται με τα καινούργια φάρμακα, το φορτίο μπορεί και να μειώνεται στα ηπατολογικά ιατρεία. Δεν είναι κάτι που το κόλλησα τώρα και θα το μάθω αμέσως. Τις περισσότερες φορές, οι άνθρωποι μπορεί να το έχουν πολλά χρόνια και να μην το ξέρουν. Είναι μια “σιωπηλή νόσος”. Εάν ανάγουμε τις επιδημιολογικές μελέτες που έχουν γίνει στην Ελλάδα, θα ξέρετε ότι ο επιπολασμός της ηπατίτιδας C είναι περίπου 1-2% από περιοχή σε περιοχή. Οπότε δεν έχουμε τέτοιο αριθμό στην Κρήτη. Εάν το ανάγουμε στην Κρήτη, θα έχουμε κοντά στους 5.000 αρρώστους. Δε νομίζω ότι τους ξέρουμε όλους».
 
Όσον αφορά στην ανάγκη εμβολιασμού για ηπατίτιδα στην Ελλάδα, η διευθύντρια του ΕΣΥ ανέφερε: «Στην Ελλάδα, ο εμβολιασμός για την ηπατίτιδα Β έγινε υποχρεωτικός από τους παιδιάτρους γύρω στο 1990. Η ηπατίτιδα Β σε ντόπιο πληθυσμό δεν είναι πολύ συνηθισμένη. Η ηπατίτιδα Β, σε αντίθεση με τη C, είναι σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. Οπότε τα περισσότερα κρούσματα ηπατίτιδας Β είναι ξένοι, οικονομικοί μετανάστες, που προέρχονται από χώρες όπου δεν έχουν εμβολιασμό. Δεν είναι ιδιαίτερο πρόβλημα η ηπατίτιδα Β στην Ελλάδα για τα παιδιά που είναι γεννημένα από το 1990 κι έπειτα».
 
 
 
Ενημέρωση
 
Η κ. Κουλεντάκη αναφέρθηκε και στην ανάγκη ευαισθητοποίησης, λέγοντας: «Εμείς από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο κάνουμε προσπάθειες να ευαισθητοποιούμε γιατρούς ηπατολόγους για το πότε πρέπει να ελέγχουν τη συγκεκριμένη ηπατίτιδα, να μην παραμελούν τον έλεγχο έστω και για μια μικρή διαταραχή κάποιων εξετάσεων ή όταν στο ιστορικό του ασθενούς αναφέρεται κάποια επέμβαση ή μετάγγιση πριν το 1990. Αυτά τα πράγματα πρέπει να τα ξέρουν οι γιατροί και κάνουμε πάρα πολλές προσπάθειες από την κλινική και το Πανεπιστημιακό να ευαισθητοποιήσουμε τους γιατρούς, όπως κάνει και το υπουργείο, το οποίο επιδιώκει την ευαισθητοποίηση του ελληνικού πληθυσμού».
 
Όσον αφορά στα σύγχρονα φάρμακα, η κ. Κουλεντάκη επισήμανε: «Τα φάρμακα είναι πολύ αποτελεσματικά. Πρόκειται για ιατρικά σχήματα, που τις περισσότερες φορές είναι ένα χάπι τη μέρα, και μέσα σε δυο-τρεις μήνες έχει γίνει καλά ο ασθενής».
 
Η ίδια αναφέρθηκε και σ’ ένα σημαντικό υγειονομικό πρόβλημα που είχε η Κρήτη πριν από σχεδόν τρεις δεκαετίες, καθώς δεν ήταν μικρό το ποσοστό των γυναικών σε επαρχίες του Ρεθύμνου που είχαν ηπατίτιδα C.
 
«Πάντα είχαμε μεγαλύτερο πρόβλημα ηπατίτιδας C από την υπόλοιπη Ελλάδα, και αυτό αφορούσε την περίοδο που εμείς κάναμε τις μελέτες. Υπήρχαν κάποιες περιοχές στο Ρέθυμνο, σε συγκεκριμένες επαρχίες, όπου οι γυναίκες άνω των 60 ετών είχαν σε ποσοστό 14%, αλλά αυτές έχουν πεθάνει και οι συγκεκριμένες γυναίκες είχαν κολλήσει είτε από μετάγγιση, είτε από επέμβαση. Δεν είναι σίγουρο ότι έχουμε τον ίδιο επιπολασμό. Αυτές οι μελέτες είναι του 1994-1996. Την περίοδο 2004-2014, η Κρήτη δεν είχε μεγάλες μελέτες πάνω στην ηπατίτιδα. Από τις μελέτες που “έτρεξαν” στην υπόλοιπη Ελλάδα ισχύει το 1-2%», τόνισε η κ. Κουλεντάκη.
 
Πώς κολλιέται
 
Τι πρέπει να προσέχουμε
 
Η κ. Μαίρη Κουλεντάκη μίλησε και για τις άλλες μορφές ηπατίτιδας, λέγοντας: «Η ηπατίτιδα Α κολλιέται με πράγματα που έρχονται στο στόμα μας. Δεν είναι όπως η Β ή η C. Αυτά που τρώμε μας τη μεταδίδουν. Δεν είναι συνηθισμένη. Παλαιότερα, στην Ελλάδα, που δεν είχαμε καλές συνθήκες υγιεινής, με τις αποχετεύσεις ή τις τουαλέτες που ήταν έξω από τα σπίτια, ήταν μεγαλύτερο πρόβλημα η ηπατίτιδα Α. Ηπατίτιδα Α δε βλέπουμε πολύ συχνά πλέον».
 
Η ίδια πρόσθεσε ότι «στην Κρήτη η ηπατίτιδα Β έχει φορεία από 0,5-1%, αλλά η συγκεκριμένη ηπατίτιδα είναι ένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα και πολλοί οικονομικοί μετανάστες που έρχονται από χώρες του εξωτερικού θεωρούνται “ύποπτοι” για την ηπατίτιδα Β σε σχέση με τους Έλληνες. Από το 1990, οι εμβολιασμοί για την ηπατίτιδα Β είναι υποχρεωτικοί. Η ηπατίτιδα Β προλαμβάνεται. Η Κρήτη δεν έχει ιδιαίτερο πρόβλημα. Θεωρητικά έχουμε από τους χαμηλότερους επιπολασμούς».
 
 
 
neakriti.gr